Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Συνθλιμμένα κρανία. Αλλόκοτη ταφική πρακτική ή δεισιδαιμονία;/Crushed Skulls. Bizarre Funerary Practice or Superstition?



της Ευλαμπίας Τσιρέλη

Αλλόκοτη ταφική πρακτική ή δεισιδαιμονία; Είναι τα ερωτήματα που αυτόματα εγείρονται όταν κανείς έρχεται αντιμέτωπος με την ανακάλυψη των αρχαιολόγων σε διάφορα μέρη της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής:  Συνθλιμμένα κρανία που χρονολογούνται στη Λίθινη Εποχή, αποσπασμένα από το υπόλοιπο σώμα, μια πράξη που συνέβη αρκετά χρόνια μετά την ταφή των συγκεκριμένων νεκρών...

Τα 10.000 ετών κρανία (β’ μισό της ένατης χιλιετίας π.Χ.) που βρέθηκαν θαμμένα κάτω από έναν αρχαίο οι οικισμό της Συρίας στο Tell Qarassa (όπως όλα τα υπόλοιπα ευρήματα σε άλλες περιοχές σε Ανατολή και Ευρώπη, έτσι και αυτά ήταν τοποθετημένα κάτω από ακμάζων οικισμό) βρέθηκαν αποκομμένα από τα σώματα, ενώ στην περιοχή του προσώπου είχαν ένα μεγάλο βαθούλωμα από την σύνθλιψη του μπροστινού μέρους του κρανίου. Φαίνεται μάλιστα ότι τα κρανία είχαν εκταφεί και αποσπαστεί από το σώμα αρκετά χρόνια μετά την ταφή τους.   

Σύμφωνα με τον Juan José Ibañez από το ισπανικό Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας της Βαρκελώνης , τα ευρήματα θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ότι οι «κομματιαστές  κρανίων»  της Λίθινης Εποχής πίστευαν ότι οι ζωντανοί κινδύνευαν με κάποιο τρόπο από τους νεαρούς άντρες νεκρούς (τα κρανία ανήκαν σε άντρες 18-30 ετών). Ίσως λοιπόν πίστευαν ότι ο μόνος τρόπος προστασίας τους ήταν να συνθλίψουν τα πρόσωπα των πτωμάτων, να αφαιρέσουν τα κεφάλια τους και να τα ξαναθάψουν  χωριστά από το σώμα τους.
 
Όσον αφορά τα 12 ευρήματα της Συρίας, όλα τα κρανία ανήκαν σε άντρες 18-30 ετών, εκτός από ενός παιδιού το οποίο ήταν άθικτο. Ένα από αυτά ήταν εντελώς κομματιασμένο, ενώ από τα υπόλοιπα έλειπαν τα οστά του προσώπου. Βρέθηκαν τοποθετημένα σε δύο κύκλους στο πάτωμα ενός δωματίου. Σε άλλες περιπτώσεις, η αφαίρεση του προσώπου θα αποτελούσε μια συνήθη ταφική πρακτική με πολλούς συμβολισμούς, που εντοπίζουμε σε αρκετά μέρη της Γης. Ο Ibañez π.χ., αφήνει ανοιχτό και το ενδεχόμενο η πρακτική αυτή να αποτελούσε απονομή σεβασμού στους νεκρούς. Ωστόσο στην περίπτωση αυτή, η πράξη υποδηλώνει σίγουρα κάτι άλλο. Το μόνο που μπορεί να σκεφτεί κανείς είναι η πράξη εχθρότητας. Επίσης πρότεινε ότι ίσως αποτελεί πράξη εκδίκησης, ή ακόμα ότι ίσως τα κρανία συγκεντρώθηκαν σε ένα μέρος για να αποτελέσουν μια κοινότητα νεκρών, κάτω από την κοινότητα των ζωντανών.

Ωστόσο, το πιο ανατριχιαστικό και περίεργο της υπόθεσης είναι ότι τα 10.000 ετών κρανία αποσπάστηκαν από το σώμα σε προχωρημένο επίπεδο αποσύνθεσης αρκετό καιρό μετά τον θάνατο. Γιατί να συνέβη αυτό;

Αν η πρακτική αυτή αποτελεί απλά κάποιο τελετουργικό, τότε εγείρονται ερωτήματα σχετικά με την επιλογή των πτωμάτων. Όλα τα ακέφαλα πτώματα και συνθλιμμένα κεφάλια ανήκαν σε ενήλικες ηλικιών 18-30. Επίσης το χτύπημα που δέχονταν ήταν πολύ βάρβαρο και βίαιο, και γινόταν με ένα πολύ βαρύ λίθινο εργαλείο. Άλλες υποθέσεις μελετητών της πρακτικής αυτής είναι ότι ίσως οι ζωντανοί πίστευαν ότι παίρνουν τη δύναμη των νεαρών αυτών αντρών διαλύοντας τα κρανία τους. Αυτή η άποψη βοηθά στο να ερμηνεύσουμε το γιατί  τα κεφάλια θάφτηκαν ακριβώς κάτω από έναν ακμάζων οικισμό. Ωστόσο οι ηλικίες 18-30 των νεκρών δεν μπορούν να υποδηλώσουν κάτι, καθώς ούτως ή άλλως ο μέσος όρος ζωής ήταν κάπου στα 30 χρόνια τότε.

Η Liv Nilsson Stutz του πανεπιστημίου του Emory στην Ατλάντα πρότεινε ότι η πράξη θα μπορούσε επίσης να ήταν ένας τρόπος αντιμετώπισης της θλίψης: «Η κατάργηση της ταυτότητας του προσώπου θα μπορούσε να είναι ένας τρόπος διαχωρισμού των νεκρών από τους ζωντανούς», λέει. Ωστόσο το μυστήριο δεν λύνεται, διότι η πράξη συνέβη κατά την αποσύνθεση και όχι αμέσως μετά τον θάνατο του ατόμου. Ο Stuart Campbell του πανεπιστημίου του Manchester, προτείνει κάτι πιο πιθανό. Ότι τα πρόσωπα διαλύθηκαν για να αφανιστεί η ταυτότητα των ατόμων.

Η βιαιότητα της πράξης, μας θυμίζει τις μούμιες των βάλτων, πρακτική της Εποχής του Σιδήρου (βλ.http://lifesciencefiction.blogspot.gr/2012/07/blog-post.html) που εφαρμοζόταν σε εγκληματίες. Εφαρμοζόταν ο τριπλός θάνατος, θάνατος δηλαδή με τρείς τρόπους με πολύ βίαιο τρόπο. Είναι λοιπόν πιθανόν και στην περίπτωση των διαλυμένων κρανίων, να πρόκειται για εγκληματίες και η πράξη της σύνθλιψης των κρανίων να αποτελεί μια επιπλέον τιμωρία μετά θάνατον, μια κατακρεούργηση του προσώπου που αφανίζει ανθρώπινη ταυτότητα του ζωντανού.

Επίσης, στην περίπτωση αυτή δεν αποκλείεται καθόλου, σε μια κοινωνία της Λίθινης Εποχής να υπήρχε ένα είδος δεισιδαιμονίας σχετικά με τους αποθανόντες, ειδικά τους εγκληματίες. Να υπήρχε δηλαδή ο φόβος του νεκροζώντανου κακού εγκληματία που συνεχίζει να είναι κακός και να διαπράττει εγκλήματα και μετά τον θάνατό του. Η υπόθεση της δεισιδαιμονίας που ίσως να έχει επιβιώσει από τη Λίθινη Εποχή ακόμα, είναι περισσότερο από συναρπαστική, καθώς προσφέρει έδαφος για τη μελέτη των δεισιδαιμονιών και το πώς αυτές έχουν επιβιώσει παρόλη την εξέλιξη του ανθρώπου από τότε. 

Βλ. "Ο Θάνατος στην Κελτική Μυθολογία και Παράδοση", Ευλαμπία Τσιρέλη, εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές, Θεσσαλονίκη 2013. http://lifesciencefiction.blogspot.gr/2013/03/blog-post.html

 


Crushed Skulls. Bizarre Funerary Practice or Superstition?

by Evlampia Tsireli 

Bizarre funerary practice or superstition? This is the question that arises when someone faces the discovery of archaeologists in various parts of Europe and Middle East: Crushed skulls, dating back to the Stone Age, detached from the rest of the body; an act that occurred several years after the burial...
The 10,000 year old skulls (second half of the 9th millennium BC) were found buried beneath an ancient settlement of Syria, at Tell Qarassa (as all the other findings in other areas in Middle East and Europe, so they were placed under a blooming settlement). The skulls were found separated from the body, while in the facial area they had a large dent from the crushing of the front of the skull. It seems that the skulls were exhumed and removed from the body several years after their burial.

According to Juan José Ibañez from the Spanish National Research Council of Barcelona, these findings might suggest that the man of the Stone Age believed that the living were in danger by the young dead (the skulls belonged to men around 18-30 years old). Perhaps therefore they believed that the only way to protect themselves was to smash the faces of the dead, remove the heads and bury them again separately from their body.
 Concerning the 12 findings of Syria, all the skulls belonged to men 18-30 years old, except for one belonging to a child which was intact. One of them was completely shredded, while from the rest facial bones were missing. They were found arranged in two circles on the floor of a room. In other cases, face removal would be a usual funerary practice carrying many symbolisms, as we’ve come accross in several parts of the world. Ibañez, for example, leaves open the possibility that this practice was a sign of respect to the dead. However in this case, the act certainly indicates something else. We can characterize this act only as an act of hostility. He also suggested that this was perhaps an act of revenge, or even that the skulls gathered in one place to form a community of dead, under the community of the living.

However, the most creepy and weird on this practice is that the 10.000 year old skulls were detached from the body at an advanced level of decomposition much long after death. Why did this happen?
If this practice is just a ritual, questions arise about the selection of the corpses. All the headless corpses and the crushed heads belonged to adults at the age of 18-30. Also the hit was very brutal and violent, and was done by a very heavy stone tool. Another assumption of scholars, concerning this practice, is that maybe the living believed that they could get the power of these young men by dissolving their skulls. This point of view helps explain why the heads were buried just beneath a thriving settlement. However, the age of the dead cannot denote something, since the average lifespan back then was about 30 years.
Liv Nilsson Stutz of the Emory University in Atlanta suggested that this act could also be a way of dealing with grief: “The abolition of the identity of a person could be a way of separating the dead from the living”, she says. But the mystery is not solved, because the act happened on decomposition and not immediately after the death of the individual. Stuart Campbell of the University of Manchester suggests something more possible. He suggests that the skulls were crushed to perish the identity of the individuals.

The brutality of the act, reminds us of the mummies of the marshes, a practice belong to the Iron Age (see: http://lifesciencefiction.blogspot.gr/2012/07/blog-post.html), which applied to criminals. In such cases the triple death applied, i.e. death in three ways with very violent way. It is therefore likely that in our case the crushed skulls belong to criminals and the act of crushing them is an additional punishment after death, a mangling of the face, which destroys the identity of the living.
Also in this case, and especially in a society of the Stone Age, it is not impossible that there was a kind of superstition about the deceased, especially criminals, i.e. the fear that the living dead evil criminal continues to be bad and commits crimes after his death. The superstition explanation that might have survived from the Stone Age is still more than exciting, as it provides ground for the study of superstitions and the way they have survived despite human evolution.


(english translation by Athanasios Koutoupas)

http://www.megalithic.co.uk/article.php?sid=34834

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση.

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

«Χωρίς Θρησκευτικότητα» -Ευλαμπία Τσιρέλη

της Ευλαμπίας Τσιρέλη

Μια αναδρομή στα λόγια των κυριοτέρων μελετητών της θρησκείας προς διερεύνηση της φράσης του Sir Samuel Baker (1866) για τους λαούς βόρεια του Νείλου:
«Δεν πιστεύουν σε κάποιο ανώτερο ον, ούτε έχουν κάποια μορφή λατρείας, ούτε φωτίζεται το σκοτάδι στο μυαλό τους από κάποια πρόληψη».


Προσηλυτισμός και αντίσταση

Οι Ευρωπαίοι εξερευνητές, οι έμποροι, οι κατακτητές και οι διοικητές των αποικιών λειτούργησαν με μια ιδεολογία εδαφικής επέκτασης και διαπολιτισμικής άρνησης που ενσωματώθηκε βαθιά στον ευρωπαϊκό τρόπο σκέψης και συναλλαγής με τον υπόλοιπο κόσμο. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο των αρχών του δεκάτου ενάτου αιώνα G.W.F.Hegel,

όλα τα μεγάλα έθνη «αναζητούν διέξοδο προς τη θάλασσα», επειδή, «η θάλασσα παρέχει τα άμεσα για την αποικιακή δραστηριότητα –σποραδική ή συστηματική- στην οποία οδηγείται η ώριμη κοινωνία των πολιτών».

Στις αποικίες ωστόσο οι γηγενείς ανέπτυξαν ένα φάσμα στρατηγικών για την αντιμετώπιση αυτών των ευρωπαϊκών εδαφικών αξιώσεων και πολιτισμικών αναπαραστάσεων. Μια επιλογή ήταν η αντιστροφή των ξένων όρων της ευρωπαϊκής θρησκευτικής σημειολογίας. Κατά τη διάρκεια των ισπανικών κατακτήσεων του δεκάτου έκτου αιώνα στην Αμερική, για παράδειγμα, οι κατακτητές ήταν εφοδιασμένοι με ένα θεολογικό κείμενο το οποίο διαβαζόταν ενώπιον των ντόπιων, ως επισφράγιση αυτού που η ιστορικός Patricia Seed αποκάλεσε «τελετουργία κατοχής» που πιστοποιούσε τις ισπανικές αξιώσεις στα νέα εδάφη. Απέναντι σε αυτό το αποικιοκρατικό τελεσίγραφο, οι ιθαγενείς μπορούσαν είτε να υποταγούν, είτε να αντισταθούν. Βρήκαν όμως επίσης τρόπους να επαναπροσδιορίσουν και να αντιστρέψουν τη σειρά των αναφορών που συνέδεαν το Νέο Κόσμο με τον Παλαιό. Μια άλλη επιλογή ήταν επίσης η ανασκευή των γνωστών όρων της γηγενούς θρησκευτικής σημειολογίας. Στην Αφρική για παράδειγμα, οι γηγενείς μύθοι της θάλασσας και της ξηράς μετασχηματίστηκαν ώστε να εξηγήσουν τις εισβολές των ξένων και τις βιαιότητες της αποικιοκρατίας.
Κάτω από τον αντίκτυπο της βρετανικής αποικιοκρατίας στη Νότια Αφρική του δεκάτου ενάτου αιώνα, οι μύθοι της θάλασσας ανασκευάστηκαν για να ερμηνεύσουν τις στρατιωτικές εισβολές, την αρπαγή των εδαφών και τις νέες εξουσιαστικές σχέσεις.[1]



Aποικιακή συγκριτική θρησκειολογία

Ως μια μελέτη της θρησκευτικής διαφθοράς, η μελέτη της θρησκείας έχει τις ιστορικές της ρίζες όχι μόνο στον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, αλλά και σε αυτή τη μακροχρόνια ιστορία της αποικιοκρατίας. Στις αποικιακές κτήσεις, οι Ευρωπαίοι Εξερευνητές, οι ταξιδιώτες, οι ιεραπόστολοι, οι  άποικοι και οι αποικιακοί διοικητικές κατέγραψαν τα συμπεράσματά τους για τις γηγενείς θρησκείες ανά τον κόσμο. Με αξιοσημείωτη συνέπεια, σε μια περίοδο πέντε αιώνων, αυτοί οι Ευρωπαίοι παρατηρητές ανέφεραν ότι είχαν βρει λαούς στην Αμερική, την Αφρική και τα νησιά του Ειρηνικού οι οποίοι στερούνταν οποιουδήποτε ίχνους θρησκείας. Στην αρχή του δεκάτου έκτου αιώνα, ο εξερευνητής Americo Vespucci

παρατήρησε ότι οι ιθαγενείς της Καραϊβικής δεν είχαν «καμία θρησκεία». Τον δέκατο έβδομο αιώνα ο ταξιδιώτης Jacques le Maire, υποστήριξε μεταξύ των κατοίκων των νησιών του Ειρηνικού δεν υπήρχε «το ελάχιστο ίχνος θρησκείας». Στο πλαίσιο της επέκτασης των εμπορικών σχέσεων στη Δυτική Αφρική του δεκάτου ογδόου αιώνα ο έμπορος William Smith ανέφερε ότι τους Αφρικανούς «Δεν τους απασχολεί καμία θρησκεία απολύτως». Στον δέκατο ένατο αιώνα, οι Ευρωπαίοι παρατηρητές επέμεναν ακόμα να υποστηρίζουν ότι οι ιθαγενείς της Αυστραλίας δεν είχαν «καμία απολύτως θρησκεία ή θρησκευτικό στοιχείο, που να τους διαχωρίζει από τα κτήνη». Θα μπορούσαν να αναφερθούν σχεδόν απεριόριστα παραδείγματα. Καθώς αυτή η παγκόσμια λιτανεία της άρνησης συσσωρευόταν δημιούργησε πολλαπλά επίπεδα στρατηγικής σημασίας στις ευρωπαϊκές αποικιακές συναντήσεις με τους γηγενείς λαούς. Επειδή στερούνταν υποθετικά ένα τέτοιο καθοριστικό χαρακτηριστικό ης ανθρώπινης φύσης όπως η θρησκείας, οι ιθαγενείς δεν είχαν κανένα από τα ανθρώπινα δικαιώματα της ζωής, του εδάφους, του ζωικού κεφαλαίου ή του ελέγχου της εργασίας τους, που θα έπρεπε να γίνουν σεβαστά από τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες. Από αυτή την άποψη, η άρνηση της ύπαρξης οποιασδήποτε γηγενούς θρησκείας –αυτή η ανακάλυψη της απουσίας- ενίσχυσε τα αποικιακά προγράμματα της κατάκτησης, της κυριαρχίας και της αρπαγής.
 

Προφανώς η ανακάλυψη της «απουσίας» της θρησκείας υποδείκνυε ότοι οι Ευρωπαίοι  σχολιαστές των αποικιών λειτουργούσαν με βάση έναν ορισμό της θρησκείας που διαμορφώθηκε βέβαια από τις χριστιανικές αντιλήψεις για το τι θεωρούνταν ως θρησκεία. Ωστόσο, αυτή η άρνηση έδειχνε ότι ο όρος «θρησκεία» χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο μιας πολεμικής. Ο λατινικός όρος για τη θρησκεία (religio) ήταν πάντοτε ένα όρος που αποκτούσε το νόημά του σε σχέση με το αντίθετό του, τη δεισιδαιμονία (superstitio). Όπως παρατηρεί και ο γλωσσολόγος Eile Benveniste, «η έννοια της θρησκείας απαιτεί εξ’ αντιδιαστολής, εκείνη της δεισιδαιμονίας». Στα αμφισβητούμενα αποικιακά σύνορα, εντούτοις, η εννοιολογική αντίθεση μεταξύ της θρησκείας και της δεισιδαιμονίας επεκτάθηκε συχνά ως στρατηγική άρνηση των δικαιωμάτων των ιθαγενών στο έδαφος, το ζωικό κεφάλαιο ή την εργασία. 

Στο Ανατολικό Ακρωτήρι της Νότιας Αφρικής, παραδείγματος χάριν, κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του δεκάτου ενάτου αιώνα, οι Ευρωπαίοι ταξιδιώτες, οι ιεραπόστολοι, οι άποικοι και οι διοικητές που προσπαθούσαν να εδραιώσουν το βρετανικό στρατιωτικό έλεγχο της περιοχής αρνούνταν πεισματικά να αναγνωρίσουν τις αντιλήψεις και τις πρακτικές των ιθαγενών Xhosa  ως «θρησκευτικές». Ισχυρίζονταν ότι οι Xhosa ήταν βυθισμένοι στη δεισιδαιμονία. Ο ταξιδιώτης Henry  Lichtenstein , παραδείγματος χάριν, ανέφερε ότι «η δεισιδαιμονία των Xhosa, η πίστη τους στη μαγεία ή στη μαγγανεία, στους οιωνούς και τις προφητείες, είναι ανάλογη με την ανυπαρξία των θρησκευτικών συναισθημάτων τους». ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο στις ευρωπαϊκές αντιλήψεις για τη θρησκευτική διαφορά στις ανοικτές συνοριακές ζώνες, αυτή η αντίθεση μεταξύ θρησκείας και δεισιδαιμονίας εξυπηρέτησαν το αποικιακό πρόγραμμα με την παρουσίαση των ιθαγενών σαν να ζούσαν σε ένα διαφορετικό κόσμο.


Πώς οδηγήθηκαν οι Ευρωπαίοι παρατηρητές από την άρνηση προς την ανακάλυψη των θρησκειών των ιθαγενών στις αποικίες; Μολονότι αυτό το ερώτημα θα πρέπει να εξετασθεί με λεπτομερή προσοχή στους ιστορικούς όρους στις συγκεκριμένες περιοχές, μια γενική απάντηση μπορεί να προταθεί από την εμπειρία των Xhosa στο Ανατολικό Ακρωτήρι της Νότιας Αφρικής. Σύμφωνα με τις αναφορές όλων των Ευρωπαίων σχολιαστών, οι Xhosa στερούνταν κάθε ίχνους θρησκείας μέχρι το 1858, όταν υπήχθησαν κάτω από ένα αποικιακό διοικητικό σύστημα που είχε σχεδιαστεί από τον κυβερνήτη Sir George Grey,
για τον στρατιωτικό περιορισμό, την επιτήρηση και τη φορολογία των ιθαγενών στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, ο Sir George Grey ήταν επαγγελματίας αποικιακός διοικητής και παράλληλα ερασιτέχνης μελετητής της θρησκείας. Ήταν το νέο πλαίσιο του αποικιακού περιορισμού, εντούτοις, αυτό που ώθησε τον διοικητή J.C.Warner να χρησιμοποιήσει πρώτος τον όρο «θρησκεία» για τις αντιλήψεις και τις πρακτικές των Xhosa. Επιμένοντας ότι οι Xhosa είχαν ένα θρησκευτικό σύστημα, ο Warner επεξεργάστηκε ένα είδος πρωτο-λειτουργιστικής ανάλυσης, υποστηρίζοντας ότι η θρησκεία των Xhosa θα εξαλειφόταν τελικά μέσω της στρατιωτικής κατάκτησης και του χριστιανικού προσηλυτισμού, υποστήριζε ότι εν τω μεταξύ το θρησκευτικό τους σύστημα θα μπορούσε να λειτουργήσει κατασταλτικά, όπως ακριβώς το αποικιακό διοικητικό σύστημα. 



Σε όλη τη Νότια Αφρική, η ευρωπαϊκή «ανακάλυψη» των γηγενών θρησκειών μπορεί να συσχετιστεί με τον αποικιακό περιορισμό των ιθαγενών. Ενώ η «ανακάλυψη» ενός θρησκευτικού συστήματος των Ζουλού ακολούθησε την επιβολή του αποικιακού συστήματος στο Natal κατά τη δεκαετία 1840, η αναγνώριση ενός θρησκευτικού συστήματος για τους Sotho και τους Tswana καθυστέρησε έως ότου επιβλήθηκε το αποικιακό σύστημα μετ’α την κατάλυση του τελευταίου ανεξάρτητου αφρικανικού πολιτεύματος τη δεκαετία του 1890. Από εκείνο το σημείο, ωστόσο, όταν οι αποικιακοί διοικητές πίστεψαν ότι όλοι οι Αφρικανοί στην περιοχή είχαν συμπεριληφθεί στο αποικιακό σύστημα, οι Ευρωπαίοι σχολιαστές διαπίστωσαν ότι κάθε Αφρικανός στη Νότια Αφρική ανήκε στην ίδια θρησκεία, τη «Bantu». Τα στοιχεία από τη Νότια Αφρική, επομένως δείχνουν ότι η «ανακάλυψη» των γηγενών θρησκειών στις αποικίες δεν αποτελούσε απαραίτητα μια σημαντική ανακάλυψη για την ανθρώπινη γνώση. Ως απόρροια της επιβολής ενός αποικιακού διοικητικού συστήματος, η ανακάλυψη ενός γηγενούς θρησκευτικού συστήματος συνδέθηκε με τον αποικιακό περιορισμό των γηγενών πληθυσμών.[2]




Καταγωγή των λαών και μεταναστεύσεις

Στη Νότια Αφρική, οι Ευρωπαίοι σχολιαστές εντόπισαν επίσης τη γενεαλογία των ιθαγενών στην Αρχαία Εγγύς Ανατολή. Απηχώντας τα προγενέστερα συμπεράσματα του Γερμανού επισκέπτη Peter Kol, που υποστήριξε ότι στις αρχές του δεκάτου ογδόου αιώνας ότι το θρησκευτικό σύστημα των Khoikhoi ή «Hottentot», των κατακτημένων ιθαγενών του Ακρωτηρίου αναγόταν στον Ιουδαϊσμό του αρχαίου Ισραήλ, οι Ευρωπαίοι σχολιαστές του δεκάτου ενάτου αιώνα υποστήριξαν ότι όλοι οι Αφρικανοί της Νότιας Αφρικής προήλθαν από το Βορρά. Οι Xhosa ήταν αρχαίοι Άραβες, οι Ζουλού αρχαίοι Εβραίοι και οι Sotho Tswana αρχαίοι Αιγύπτιοι. 


 Εκτός από τη μετάθεση των θρησκευτικών διαφορών της αρχαίας Εγγύς Ανατολής στο νοτιοαφρικανικό τοπίο, αντικειμενοποιώντας με αυτό τον τρόπο τις εθνικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές διαφορές που είχαν διαμορφωθεί από την αποικιοκρατία, αυτή η φανταστική γενεαλογία υπονοούσε επίσης ότι οι γηγενείς Αφρικανοί δεν ήταν πραγματικά γηγενείς στη Νότια Αφρική, επειδή προέρχονταν αρχικά από την Εγγύς Ανατολή. Παρομοίως, μια βρετανική αποικιακή συγκριτική μελέτη των θρησκειών που ανήγε τον Ινδουισμό στις μεταναστεύσεις των αρχαίων ινδοευρωπαίων που ξεκίνησαν από τη Σιβηρία ή την Περσία θα μπορούσε να λειτουργήσει όχι μόνο ως ιστορική ανασκευή, αλλά και ως μια στρατηγική μετατόπισης.   



 
Ακολουθώντας αυτή την αντιφατική διπλή τακτική του δομικού περιορισμού και της ιστορικής μετατόπισης, η αποικιακή συγκριτική θρησκειολογία λειτούργησε σε όλο τον κόσμο για να αρνηθεί, να ανακαλύψει, να εντοπίσει και να μετατοπίσει τις αντιλήψεις και τις πρακτικές των αποικισμένων λαών.[3]



Συμπεράσματα


1.  Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, ότι ο συγκεκριμένος εξερευνητής, ο Samual Baker, δεν κατανόησε τη μορφή της θρησκείας αυτών των λαών, ούτε καν την εντόπισε, επηρεασμένος προφανώς από τη δική του αντίληψη περί της μορφής της θρησκείας. Έτσι, συμπέρανε ότι δεν υπήρχε ίχνος θρησκευτικότητας σε αυτούς τους λαούς.
2. Από την άλλη, ίσως αυτοί οι λαοί, λόγω της αποικιακής περιόδου, να βρίσκονταν σε ένα στάδιο σύγχυσης. Μόλις είχαν αποβάλει την δική του παλιά θρησκεία και ετοιμάζονταν να υποδεχτούν τη νέα θρησκεία των αποίκων. Σε αυτό το μεταβατικό στάδιο, τα σημάδια της επερχόμενης θρησκείας ήταν προφανώς πολύ αχνά για να εντοπιστούν.
3. Το στάδιο αυτό της μετάβασης από το ένα θρησκευτικό σύστημα στο άλλο και ακόμα περισσότερο το στάδιο της εκρίζωσης της παλιάς «ασφαλούς» θρησκείας αυτών των «αγρίων» λαών, θα πρέπει να ήταν πολύ επώδυνο για αυτούς. Θα πρέπει να βρίσκονταν σε μια κατάσταση πνευματικού μετεωρισμού και διλλήματος για το ποια ήταν τελικά η αληθινή θρησκεία. Η παλιά ή η νέα;

Σχετικά με αυτό ο Frantz Fanon (σ.667)παρατηρεί ότι «η αποικιοκρατία δεν αρκείται απλώς στο να υποτάσσει τους ανθρώπους και να αδειάζει το μυαλό των ντόπιων από κάθε μορφή και περιεχόμενο. Με ένα είδος διεστραμμένης λογικής, στρέφεται προς το παρελθόν των καταπιεσμένων ανθρώπων και το διαστρεβλώνει, το παραμορφώνει και το καταστρέφει».


(Το παρόν αποτελεί απόσπασμα. Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο στο http://www.academia.edu/4529717/Without_Religiousness-_ )


[1] David Chidester, Αποικιοκρατία, σσ.653-657.
[2] Ό.π., σσ.658-661.
[3] Ό.π., σσ.661-662.
 

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Ούρος. Η χαμένη (;) φυλή των Άνδεων.


Οι Ούρος (Uros) είναι μια φυλή παλαιότερη των Ίνκας, που ζουν σε σαράντα δύο τεχνητά πλωτά νησιά στη λίμνη Τιτικάκα, στο Περού και τη Βολιβία. Αποκαλούν τους εαυτούς τους Lupihaques = Γιοι του Ήλιου και θεωρούνται απόγονοι των αρχαίων Ούρος, που είναι η πρώτη μεγάλη εθνική ομάδα που εγκαταστάθηκε στις Άνδεις, ενώ η προέλευση και την καταγωγή τους αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας σε πολλούς ακαδημαϊκούς κύκλους.


Σύμφωνα με τον μύθο, οι Ούρος κατάγονται από μια χιλιετή πόλη και τους ανήκει το νερό και η λίμνη (Τιτικάκα). Πιστεύουν ότι έχουν μαύρο αίμα, διότι δεν νιώθουν το κρύο.

Παρά το γεγονός ότι οι Ούρος σήμερα μοιράζονται κοινές καταγωγές με τους γύρω πληθυσμούς των Άνδεων, έχουν διατηρήσει τη δική τους αποκλίνουσα γενετική καταγωγή τους, καθώς και τον πολιτισμό και τα έθιμα. Ωστόσο η προέλευση των γονιδίων τους αποτελεί αντικείμενο διαμάχης. Σύμφωνα με ορισμένους ανθρωπολόγους , οι Ούρος είναι απόγονοι των πρώτων αποίκων του οροπεδίου των Άνδεων). Οι Ούρος του Περού (οι ομιλούντες τη διάλεκτο Uruquilla) ισχυρίζονται εδώ και πολλά χρόνια ότι κατάγονται  από τους αρχαίους Ούρος.


«Η χρονική στιγμή της ανθρώπινης εγκατάστασης στην περιοχή του οροπεδίου των Άνδεων είναι ένα από τα μεγάλα μυστήρια της παγκόσμιας οδύσσειας είδους μας - μια τεράστια και σε μεγάλο υψόμετρο πεδιάδα που φαίνεται εντελώς αφιλόξενη, έχει προφανώς έχει καλλιεργήσει ένα σύνθετο πολιτισμό εδώ και χιλιετίες», δήλωσε ο Spencer Wells , διευθυντής του Genographic Project και National Geographic Explorer -in - Residence .

Ωστόσο, μερικοί άνθρωποι έχουν ισχυριστεί ότι οι Ούρος εξαφανίστηκαν πριν από πολύ καιρό και ότι οι νέοι νησιώτες έχουν επαναφέρει μια αρχαία κληρονομιά , προκειμένου να προσελκύσουν τουρίστες και να λάβουν ειδική αναγνώριση και δικαιώματα για τη χρήση των φυσικών πόρων της Τιτικάκα.


Τώρα, μια νέα γενετική έρευνα υπό την ηγεσία της κοινοπραξίας του Genographic Project δείχνει μια ξεχωριστή καταγωγή για τους πληθυσμούς των Ούρος του Περού και της Βολιβίας που προηγήθηκε της άφιξης των Ισπανών κατακτητών και μπορεί να χρονολογείται πίσω στην πρώιμη κατοίκηση του οροπεδίου των κεντρικών Άνδεων πριν από περίπου 3.700 χρόνια. Τα πορίσματα αυτά προέκυψαν από τη σύγκριση των γενετικών καταγωγών των Ούρος με οκτώ πληθυσμούς ομιλούντες την διάλεκτο Aymara , εννιά την Κέτσουα και δύο την Arawak - από τη δυτική περιοχή της Νότιας Αμερικής.


Τα αποτελέσματα της έρευνας μπορεί να βοηθήσουν σε μεγάλο βαθμό στην προσπάθεια να περιοριστούν κάποιες περιπτώσεις ρατσισμού που έχουν υποστεί οι Ούρος, οι οποίοι συχνά κατηγορούνται ότι έχουν εφεύρει την αρχαία αυτή καταγωγή, προκειμένου να επωφεληθούν των πόρων της Τιτικάκα.



-http://titicacaperu.com/classic_uros.html

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση.