Οδοιπορικό στην Άνω Σκοτίνα. Οι τοιχογραφίες της Κόλασης.

της Ευλαμπίας Τσιρέλη

H Άνω (Παλαιά) Σκοτίνα βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του Ολύμπου, σε υψόμετρο 900 μέτρων περίπου. Η δημιουργία του οικισμού τοποθετείται χρονικά γύρω στον 16ο αιώνα. 

Η πλατεία και ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Εκεί ψηλά, φαινόταν μόνο το πέπλο των λευκών νεφών να σκεπάζει ό,τι υπήρχε από κάτω. Πάνω απ’ την πραγματικότητα, πάνω απ’ τον πολιτισμό, έμεινε το αυθεντικό, το ονειρικό. Η φύση είχε ντυθεί τα ομορφότερα πρωτανοιξιάτικα χρώματα και ο ήλιος έγλυφε απαλά τις επιφάνειες των υγρών δέντρων. Ελεύθερα άλογα βοσκούσαν εδώ κι εκεί, μικρά φίδια λιάζονταν πάνω στις πέτρες, ενώ όμορφες χελώνες περπατούσαν βαριεστημένα στα στενά μονοπάτια.
Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
Στη μέση της πλατείας, η οικεία εικόνα του αιωνόβιου πλατάνου με την τεράστια κουφάλα και την πηγή στις ρίζες του να αναβλύζει κρυστάλλινο το νερό του Ολύμπου. Δίπλα, ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κτισμένος το 1862 όπως μαρτυρεί μια ξύλινη επιγραφή στην κορυφή του. Η εκκλησία περιτριγυριζόταν από έναν διάδρομο με μικροσκοπικά παράθυρα και μια μικρή πορτούλα. Έτσι έχτιζαν τότε τις εκκλησίες έτσι ώστε «να μη μπορεί να μπει μέσα ο αλλόθρησκος εχθρός με το άλογο για να τη βεβηλώσει». Στο χωριό δεν υπήρχε ρεύμα κι έτσι και η εκκλησία φωτιζόταν μόνο από τα κεριά της.
Η μεγάλη κουφάλα του πλατάνου σε διαστάσεις δωματίου
Αυτό ήταν, όλο κι όλο, το χωριό. Η εκκλησία, ο πλάτανος με τη βρύση, ένας ξενώνας, ένα καταφύγιο, δύο αρχοντικά και κάποια σπίτια, τα περισσότερα ερειπωμένα, εδώ κι εκεί. Πέρα απ’ την πλατεία το μάτι πετούσε πάνω απ’ τα σύννεφα και στις βαθιές ρεματιές με το πλούσιο πράσινο. Μια απερίγραπτη στ’ αλήθεια ομορφιά κατέκλυζε το ξεχασμένο εκείνο μέρος. 

Ήπια παγωμένο νερό από τη βρύση και κατευθύνθηκα στον παραδοσιακό ξενώνα του χωριού για καφέ και ανάπαυση από το ταξίδι. Οι δύο υπάλληλοι, διψασμένοι για παρέα και συζήτηση, φιλόξενοι, με πλησίασαν διακριτικά. Μετά τις συστάσεις και τα τυπικά, η συζήτηση σιγά σιγά οδηγήθηκε σε θρύλους και μυστικά του ξεχασμένου εκείνου τόπου. 

Τα στοιχειό του νεκροταφείου

Ο Φ. επέμενε να μου διηγηθεί μια προσωπική του εμπειρία με ένα στοιχειό που φαίνεται να είναι ο προστάτης του παλιού νεκροταφείου που βρίσκεται έξω από την παράξενη εκκλησία του Αγ. Αθανασίου στην οποία αναφέρομαι παρακάτω:

«Ένα βράδυ περπατούσα το μονοπάτι που περνά έξω από τη μικρή την εκκλησία. Ένιωθα πολύ παράξενα, σαν κάποιος να με ακολουθούσε. Όπως λοιπόν περνούσα από το μέρος που παλιά βρισκόταν το νεκροταφείο μου φάνηκε ότι είδα κάτι άσπρο σαν σεντόνι ανάμεσα στα δέντρα. Πηγαίνω πιο κοντά και βγαίνει μέσα από τα δέντρα ένα άσπρο σκυλί! Όχι, όχι ακόμη και σήμερα λέω ότι δεν ήταν σκυλί… Αυτό ήταν σαν… σαν δαίμονας! Ξέρω ‘γω; Ήταν άσπρο αλλά θαρρείς διάφανο και μια χανόταν και μια φαινόταν. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και ερχόταν προς το μέρος μου και με κοιτούσε μέσα στα μάτια. Για πολλή ώρα είχα κοκαλώσει και δε μπορούσα να κουνηθώ. Τα μάτια μου είχαν γεμίσει δάκρυα, αλλά δε μπορούσα να κλάψω. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή και νόμισα ότι θα πάθαινα έμφραγμα. Ξαφνικά πήδηξα από τη θέση μου και άρχισα να τρέχω τόσο γρήγορα, που σε λίγα δευτερόλεπτα ήμουν πίσω στον ξενώνα. Έκανα πολύ καιρό να το χωνέψω και κανείς δε με πίστευε. Πάντως από τότε δεν έχω περάσει ούτε μια φορά το βράδυ από ‘κει.»

Οι παράξενες τοιχογραφίες στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου

Ακολουθώντας κι εγώ αργότερα το μονοπάτι όπου περπάτησε εκείνο το βράδυ ο Φ., προσπάθησα να προσεγγίσω την εκκλησία του Αγ. Αθανασίου που έμαθα ότι ήταν παμπάλαια κι έστεκε κρυμμένη κάπου μέσα στο δάσος. Μα δυστυχώς δεν μπορούσα να τη βρω. 

Μετά από πολλή ώρα περπάτημα, ψάχνοντας για το παλιό νεκροταφείο που θα μου έδινε το σημάδι για το πού βρισκόταν η εκκλησία, απογοητευμένη, αποφάσισα να γυρίσω πίσω. Όπως περπατούσα στο γυρισμό, πρόσεξα ξανά τα λιγοστά κτίσματα και τις στάνες που έστεκαν δεξιά κι αριστερά του δρόμου, αλλά κανένα δεν έμοιαζε με εκκλησία. Εκεί, μέσα στην ησυχία του δάσους, άρχισαν ξαφνικά τριγύρω μου να κουνιούνται τα κλαδιά και ο τόπος σκοτείνιασε από ένα μεγάλο σύννεφο που έκρυψε απειλητικά τον ήλιο. Ξαφνικά εκεί ανάμεσα στα δέντρα διέκρινα χαμηλά έναν γερμένο σιδερένιο σταυρό. Έστεκε εκεί, αριστερά του μονοπατιού, μόνη και ξεχασμένη. Χαμηλή, πετρόχτιστη, μισοθαμμένη στη γη από τα τόσα χρόνια που πέρασαν από την ανέγερσή της (από τον 16ο αιώνα -αν και υπάρχουν αναφορές για 14ο), ξεχώριζε μόνο η ταλαιπωρημένη της στέγη. Κοίταξα τον περιβάλλοντα χώρο, αλλά το νεκροταφείο δε φαινόταν πουθενά. Κατάλαβα ότι στεκόμουν πάνω του. 

Δαίμονας ετοιμάζει το καζάνι της Κόλασης
Μια μικρή πορτούλα με χώριζε από την ποθητή είσοδο. Οι μέλισσες ήταν οι μόνες που έδιναν ζωή στο μέρος. Μια κυψέλη, προστάτευε την είσοδο από τους ανεπιθύμητους επισκέπτες. Έπιασα ένα ξύλο και μπήκα μέσα. Όλα ήταν θεοσκότεινα. Δεν είχα φακό, κι έξω ο τόπος είχε σκοτεινιάσει επικίνδυνα. Είχα μόνον ένα αναπτήρα μαζί μου. Με τη φλόγα του αναπτήρα άρχισα να κάνω μικρά βήματα ελέγχοντας με το ξύλο πριν πατήσω οπουδήποτε. Κατάλαβα ότι βρισκόμουν στον νάρθηκα (χώρος πριν τον κυρίως ναό). 

Το σκοτάδι ήταν πυκνό, ενώ το κρύο και υγρασία μου δημιουργούσαν την αίσθηση ότι βρισκόμουν σε σπήλαιο. Η ατμόσφαιρα δεν ήταν ζεστή ή τουλάχιστον δεν υπήρχε η αίσθηση εκείνη της πραότητας και ηρεμίας που εκπέμπει ένας ιερός ναός.

Έπιασα τη φωτογραφική μηχανή. Ήταν ο μόνος τρόπος, με τη βοήθεια του φλας, να δω τι υπήρχε τριγύρω μου καθαρά. Στρέφοντας τον φακό στον τοίχο, έβγαλα την πρώτη φωτογραφία. Έμεινα παγωμένη να κοιτάζω αυτό που απεικονιζόταν. Το σώμα μου είχε μουδιάσει από την έξαψη και τον φόβο. Η τοιχογραφία που εμφανίστηκε μπροστά μου απεικόνιζε τον διάβολο να κάθεται σε θρόνο και να κρατά στην αγκαλιά του τον μικρό Αντίχριστο δείχνοντάς του με το δάχτυλο πώς βασανίζονται οι αμαρτωλοί στην κόλαση.


Τα φριχτά βασανιστήρια των αμαρτωλών
Άναψα πάλι τον αναπτήρα και πλησίασα να δω από κοντά όλη την παράσταση προσεκτικά. Ένα τεράστιο δέντρο χώριζε τον παράδεισο και την κόλαση. Στο πάνω μέρος αυτό του παραδείσου, διακρίνονταν -μεταξύ άλλων- άγιοι και άγγελοι, κρατώντας δόρατα σε στάση επίθεσης εναντίον των «κάτω» της κόλασης. Ήταν έτοιμοι να καρφώσουν με τα δόρατά τους, τους δαίμονες στην πρώτη σειρά εικονογράφησης της κόλασης. 

Οι δαίμονες ήταν κατάμαυροι, με γαμψά νύχια, καμπουριασμένοι και κουβαλούσαν στην πλάτη τους βιβλία (που όπως ερμηνεύω συμβολίζουν τις αμαρτίες που γράφονται στα βιβλία των δαιμόνων κι έτσι αποφασίζεται ποιους θα πάρουν μαζί τους στα αιώνια βασανιστήρια). Παραταγμένοι ο ένας πίσω απ’ τον άλλο φαίνονταν να επιδίδονται σε ένα τελετουργικό και χαιρέκακο χορό, κοροϊδεύοντας τη γαλήνη του παραδείσου. Κάτω απ’ αυτή τη σειρά δαιμόνων ήταν μερικοί άλλοι οι οποίοι ανακάτευαν το καζάνι της κόλασης και κάτω απ’ αυτούς…τι φριχτό. Είδα κάτι που νομίζω ότι δεν υπάρχει σε άλλη εκκλησία ή τουλάχιστον δεν έχω δει εγώ.


Η βεβηλωμένη εικόνα του Χριστού
Άνθρωποι γυμνοί να βασανίζονται με φριχτά βασανιστήρια. Κάθε αμαρτωλός, βασανιζόταν με την ανάλογη τιμωρία.  

Μη μπορώντας να ξεκολλήσω από το θέαμα, συνέχισα να βγάζω φωτογραφίες εκστασιασμένη. Παραδίπλα, η εικόνα του Χριστού φανερά βεβηλωμένη, ήταν καρφωμένη στα μάτια και στο στόμα, όπως συνηθιζόταν να γίνεται από τους αλλόθρησκους.

Η πέτρινη Αγία Τράπεζα
Προχώρησα από μια είσοδο στον κυρίως ναό. Εκεί έμπαιναν λίγες ακτίνες φωτός εδώ κι εκεί από τα παράθυρα μα και πάλι δεν μπορούσα να διακρίνω σχεδόν τίποτα. Περπάτησα προς το ιερό ανάμεσα από σκόρπιες καρέκλες πεταμένες στο πάτωμα.  Διέκρινα στο ημίφως τα μανουάλια με την άμμο και τα ξεχασμένα, μισοκαμμένα κεριά. Αμέσως τα άναψα όλα. Ένα αλλόκοσμο, θεϊκό φως ζέστανε τη σκοτεινή εκκλησία. Μια αίσθηση υπερβατικού και θείου που ήρθε να διώξει το κακό, απλώθηκε γλυκά.  

Το πανέμορφο, ξυλόγλυπτο τέμπλο μπροστά μου επιβλητικό, ένα μυστήριο κομψοτέχνημα που μπορούσα να το χαζεύω για ώρες. Η κατεστραμμένη, τεράστια τοιχογραφία της Παναγίας πάνω από  το ιερό, είχε πέσει η μισή στο πάτωμα, ενώ η πέτρινη αγία Τράπεζα σε ταξίδευε στα χρόνια του Βυζαντίου.

Έσβησα τα κεριά και βγήκα έξω στο φως. Είχε ξαναβγεί ο ήλιος. Με μισόκλειστα βλέφαρα ήταν σαν να είχα βγει από κάποιο λήθαργο. Μεθυσμένη από την έξαψη της ανακάλυψης, κοίταξα την παλιά εκκλησία άλλη μια φορά. Λίγες φορές ζει κανείς τέτοιες στιγμές. 

Το παλιό ξυλόγλυπτο τέμπλο
Οι τοιχογραφίες είναι πιθανόν δημιούργημα σχετικά πρόσφατο ή τουλάχιστον όχι του 16ου αιώνα. Η γραφή αλλά και οι παραστάσεις δεν ταιριάζουν με το στυλ αγιογραφίας που παρατηρείται στην υπόλοιπη εκκλησία. Μιλώντας με ειδικούς κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι τοιχογραφίες είναι έργο κάποιου ζωγράφου του 19ου-20ού αιώνα, που δεν ακολουθεί τις μεγάλες σχολές, ενώ κάποιες γραφές στις εικόνες των βασανιστηρίων ξενίζουν στην τεχνοτροπία τους και αποτελούν καθαρά ξένες προσθήκες. 

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Cats in Ancient Egypt

Τσιγγάνοι, οι αιώνιοι ταξιδευτές.